φραγκόσυκο


φραγκόσυκο
το, Ν
βοτ. ο εδώδιμος καρπός τής φραγκοσυκιάς, αλλ. αραπόσυκο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φραγκο- (βλ. λ. Φράγκος) + σύκο. Κατ' άλλη άποψη, το α' συνθετικό τής λ. ανάγεται στον τ. φραγή «φράχτης» — λόγω τού ότι το δέντρο φυτεύεται στους φράχτες— με παρετυμολ. επίδραση τού Φράγκος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φραγκόσυκο — το ο καρπός της φραγκοσυκιάς (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φραγκοσυκιά — η, Ν βοτ. κοινή ονομασία τού είδους Opuntia ficus indica τού γένους κάκτων οπούντια. [ΕΤΥΜΟΛ. < φραγκόσυκο + κατάλ. ιά (πρβλ. μηλ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • Μουστάκας, Κωνσταντίνος — (Αθήνα 1883 – Αίγυπτος 1926). Ηθοποιός του θεάτρου. Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή σε ηλικία 17 ετών και από τότε διακρίθηκε σε δραματικούς, κυρίως, ρόλους. Έγραψε και μερικά ελαφρά θεατρικά έργα, με κυριότερο Το φραγκόσυκο. Η σύζυγος του Αθανασία… …   Dictionary of Greek

  • αραπόσυκο — το ο καρπός της αραποσυκιάς, το φραγκόσυκο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.